01
01
01

Η λέξη σαρκοείδωση είναι λόγιο ενδογενές δάνειο από την αγγλική λέξη sarcoidosis, που με τη σειρά της έχει πλαστεί από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις σάρξ + εἶδος («η φλεγμονή δίνει την εντύπωση ακατέργαστης σάρκας»).

Η σαρκοείδωση είναι μια φλεγμονώδης πάθηση, στην οποία δημιουργούνται μικροσκοπικές συσσωρεύσεις κυττάρων σε διάφορα όργανα του σώματος. Οι συναθροίσεις αυτές των κυττάρων ονομάζονται κοκκιώματα. Η αιτιολογία της νόσου είναι μέχρι στιγμής άγνωστη. Πιστεύεται ότι το ανοσολογικό σύστημα του οργανισμού αντιδρά σε κάποιον παράγοντα του περιβάλλοντος (όπως μικρόβια, ιούς ή χημικές ουσίες) ή ίσως και σε ουσίες του ίδιου του οργανισμού, στέλλοντας ειδικά κύτταρα στα όργανα όπου εντοπίζονται οι παράγοντες. Τα κύτταρα αυτά παράγουν ουσίες που δημιουργούν φλεγμονή γύρω από τις ξένες ουσίες, με σκοπό να τις απομονώσουν και να τις καταστρέψουν.

Η νόσος μπορεί να προσβάλει όλα τα όργανα του σώματος, συχνότερα όμως προσβάλλει τους πνεύμονες, τους λεμφαδένες εντός του θώρακα, το δέρμα, τους οφθαλμούς και το ήπαρ. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται σταδιακά αλλά σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν απότομα. Η πορεία της νόσου ποικίλλει από ασθενή σε ασθενή. Σε ορισμένους ασθενείς η φλεγμονή βελτιώνεται από μόνη της, σε άλλους ασθενείς παραμένει σταθερή, ενώ σε άλλους μπορεί να επιδεινωθεί και να προκαλέσει μόνιμη βλάβη των οργάνων. Γενικά, η νόσος εξελίσσεται αργά, σε διάστημα μηνών. Σε ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών η σαρκοείδωση ιάται αυτόματα, χωρίς την ανάγκη χορήγησης φαρμάκων.